Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Πολυδούρη Μαρία - ένα βράδι στο σταθμό


Τι θλιβερό πράγμα ο Σταθμός,
που μόλις νάχη φύγει το τραίνο.
Ούτε στιγμή, μόλις που εδώ
στις ράγιες του βαριά σταματημένο
και πηγαινόρχονταν γοργά,
ανίδεα γελώντας ταξιδιώτες.
Κι’ όσοι που μείνανε κι’ αυτοί
δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες.
Η άδεια θέση κι’ η σιωπή
μέσ’ στο Σταθμό που του 'φυγε το τραίνο.
Κι’ αυτοί που μείνανε σκορπούν
κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο
όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Κάθε φορά τους φεύγει κι’ από κάτι
και κείνοι μένουν στο Σταθμό
λυγίζοντας το θολωμένο μάτι.
Στρέφουν στα ίδια θαρρετοί
δήθεν κι η πλάτη τους κυρτώνει πίσω.

Καταραμένε χωρισμέ
όμως κι σένα απόψε θ’ αγαπήσω.
Γιατί το «χαίρε» ήταν γλυκό
καθώς το χέρι σειόταν στον αέρα
απ’ το μαντήλι πιο λευκό
κι’ απ’ τον ανθό, σα φως που έφευγε πέρα,
που δεν το είχα δει ποτέ
τόσο γαλήνια ωραίο τ’ όραμά σου,

Καταραμένε χωρισμέ.
Μου τρέμουνε τα χείλη στ΄όνομά σου.