Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Pablo Neruda - Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις










painting by Jean Claude Degagneur


Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφαγίδα του βάνει.
Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μέσ’ απ’ τα πράγματα,
ποτισμένη απ’ τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενητειά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες τη δική σου σιωπή.
Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέρριτη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τοσηδά και απ’ τα αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

από τη συλλογή "Είκοσι Ερωτικά Ποιήματα και Ένα Τραγούδι Χωρίς Καμμιάν Ελπίδα" (2005)
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Pablo Neruda - if you forget me



If you forget me...
I want you to know
one thing.

You know how this is:
if I look
at the crystal moon, at the red branch
of the slow autumn at my window,
if I touch
near the fire
the impalpable ash
or the wrinkled body of the log,
everything carries me to you,
as if everything that exists,
aromas, light, metals,
were little boats
that sail
toward those isles of yours that wait for me.

Well, now,
if little by little you stop loving me
I shall stop loving you little by little.

If suddenly
you forget me
do not look for me,
for I shall already have forgotten you.

If you think it long and mad,
the wind of banners
that passes through my life,
and you decide
to leave me at the shore
of the heart where I have roots,
remember
that on that day,
at that hour,
I shall lift my arms
and my roots will set off
to seek another land.

But
if each day,
each hour,
you feel that you are destined for me
with implacable sweetness,
if each day a flower
climbs up to your lips to seek me,
ah my love, ah my own,
in me all that fire is repeated,
in me nothing is extinguished or forgotten,
my love feeds on your love, beloved,
and as long as you live it will be in your arms
without leaving mine


Aν με ξεχάσεις...
Ένα
θέλω να ξέρεις.

Ξέρεις πώς είν' αυτό:
κοιτάζω
το κρυστάλλινο φεγγάρι, το κόκκινο κλαδί
του αργού φθινοπώρου στο παράθυρό μου,
αγγίζω
πλάι στη φωτιά
την ατάραχη στάχτη
ή το ρυτιδωμένο σώμα του ξύλου,
κι όλα με φέρνουν σε σένα,
λες και ό,τι υπάρχει,
αρώματα, φως, μέταλλα,
είναι μικρά πλεούμενα που ταξιδεύουν
προς τα νησιά σου που με περιμένουν.
Ωστόσο,
αν λίγο λίγο πάψεις πια να μ'αγαπάς
θα πάψω κι εγώ να σ'αγαπώ λίγο λίγο.

Κι αν ξαφνικά
με ξεχάσεις
μην ψάξεις να με βρεις,
θα σ' έχω λησμονήσει.

Αν θεωρήσεις ότι κρατάει πολύ κι είναι τρελός
ο άνεμος από σημαίες
που περνάει απ'τη ζωή μου
κι αποφασίσεις
να με αφήσεις στην όχθη
της καρδιάς που έχω ρίζες,
σκέψου
πως εκείνη τη μέρα,
την ώρα εκείνη
θα σηκώσω τα χέρια
και θα βγουν οι ρίζες μου
για να βρούνε άλλη γη.

Όμως
αν κάθε μέρα,
κάθε ώρα,
νιώθεις προορισμένη για μένα
με γλυκύτητα αψεγάδιαστη.
Αν κάθε μέρα ανεβαίνει
ένα λουλούδι στα χείλη σου για να με βρει,
αχ αγάπη μου, αχ δικιά μου,
μέσα μου όλη τούτη η φωτιά θα επαναλαμβάνεται,
μέσα μου τίποτα δε θα σβήσει ούτε θα ξεχαστεί,
η αγάπη μου τρέφεται από την αγάπη σου, αγαπημένη,
κι όσο θα ζεις θα είναι μες στην αγκαλιά σου
χωρίς απ'τη δική μου να φύγει.

Pablo Neruda

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

ο ρυθμός - Κωνσταντίνος Μπούρας

Ο ρυθμός που συνέχει το σύμπαν
Κι ωθεί τα ουράνια σώματα να ερωτεύονται
Τους γαλαξίες να παντρεύονται
Και να σμίγουν
Ακυρώνοντας έτσι αιώνες πολιτισμού
Σε μια ώρα παροξυσμού ευλογημένη
Όπου τα κάστρα της μοναξιάς πέφτουν
Κι η αλυσίδα ακυρώνεται των φαινομένων.
Σε μια στιγμή όλα φωτίζονται
Χωρίς να προλάβουν νʼ αντικατοπτριστούν
Στον κόλπο τʼ ουρανού
Βουλιάζουν στο βυθό της θάλασσας
Για νʼ αναδυθούν ως αμοιβάδες
Ως κοχύλια,
Αμμωνίτες
Και αχάτες.
Κοχλίας του χαμού ο Γαλαξίας μας
Πηγαίνει νʼ αρραβωνιαστεί την Ανδρομέδα του
Επιβουλευόμενος έτσι την αθανασία
Των πυραμίδων,
Τη σιωπή της Σφίγγας,
Την υστεροφημία των Φαραώ,
Και τα γραπτά μας
Παρανάλωμα πυρός
Στο κοσμικό καμίνι,
Όπου θα τρέξουν όλα τα χαμίνια
Να ζεσταθούν,
Να ψήσουν κάστανα
Και να χλευάσουν
Την τόλμη μας την ποιητική.
Μόνο ένα αηδόνι θα δακρύσει
–Από κάποιο αστέρι μακρινό–
Κι ο κύκνος ο συμπαντικός
Θα τραγουδήσει το στερνό του το τραγούδι.

26.3.2008

Alejandra Pizarnik - τα Έργα και οι Νύχτες












ΠΟΙΗΜΑ
Εσύ διαλέγεις τον τόπο της πληγής
όπου μιλάμε τη σιωπή μας.
Εσύ κάνεις από τη ζωή μου
αυτή την τελετή υπερβολικά καθάρια.

ΦΑΝΕΡΩΣΕΙΣ
Τη νύχτα δίπλα σου
οι λέξεις είναι κλείδες, είναι κλειδιά.
Ο πόθος του θανάτου είναι βασιλιάς
Το κορμί σου να ʼναι πάντα
ένας αγαπητός χώρος φανερώσεων.

ΣΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΣΟΥ
Λάβε το πρόσωπό μου αυτό, βουβό, ζητιάνο
Λάβε τον έρωτα αυτόν που σου ζητάω.
Λάβε αυτό που υπάρχει μέσα μου και είσαι εσύ.

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ
σε φιλιά, όχι σε αιτίες
Κεβέδο
Από τη μάχη με τις λέξεις κρύψε με
και σβήσε τη λύσσα του στοιχειώδους σώματός μου.

ΕΡΑΣΤΕΣ
ένα άνθος
όχι μακριά από τη νύχτα
το βουβό κορμί μου
ανοίγεται
στη λεπτή επείγουσα ανάγκη της δροσιάς.

ΠΟΙΟΣ ΦΩΤΙΖΕΙ
Όταν με κοιτάς
τα μάτια μου είναι κλειδιά,
ο τοίχος έχει μυστικά,
ο φόβος μου λέξεις, ποιήματα.
Μόνο εσύ κάνεις απʼ τη μνήμη μου
μια ταξιδιώτισσα γοητευμένη
μια φωτιά ακατάπαυστη.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ
Εσύ κάνεις τη σιωπή απʼ τις πασχαλιές που φτερουγίζουν
Στην τραγωδία του ανέμου στην καρδιά.
Εσύ έκανες από τη ζωή μου μια ιστορία για παιδιά
όπου ναυάγια και θάνατοι
είναι προσχήματα θαυμαστών τελετών.

ΠΑΡΟΥΣΙΑ
η φωνή σου
σʼ αυτό το να μην μπορούν να ξεφύγουν τα πράγματα
απʼ τη ματιά μου
αυτά με στερούν
κάνουν από μένα ένα πλοίο πάνω σʼ ένα ποτάμι από πέτρες
αν δεν είναι η φωνή σου
μοναχική βροχή στη σιωπή μου από πυρετούς
εσύ μου ξεδένεις τα μάτια
και παρακαλώ
να μου μιλάς
πάντα.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Κάποιος μπαίνει στη σιωπή και με εγκαταλείπει.
Τώρα η μοναξιά δεν είναι μόνη.
Εσύ μιλάς όπως η νύχτα.
Αναγγέλεσαι όπως η δίψα.

ΔΙΑΡΚΕΙΑ
Από δω αναχώρησε στη μαύρη νύχτα
και το σώμα του έπρεπε να διαβιώσει σʼ αυτό το δωμάτιο
όπου λυγμοί, βήματα επικίνδυνα
αυτού που δεν έρχεται, μα υπάρχει η παρουσία του
δεμένη μʼ αυτό το στρώμα όπου λυγμοί
γιατί ένα πρόσωπο καλεί,
δεμένο στο σκοτάδι,
λίθος πολύτιμος.

Η ΦΩΝΗ ΣΟΥ
Στήνοντας καρτέρι στη γραφή μου
τραγουδάς στο ποίημα μου.
Όμηρος της γλυκιάς φωνής σου
της πετρωμένης μεσʼ στη μνήμη μου.
Πουλί πιασμένο στη φυγή του.
Αέρας διαστιγμένος από έναν απόντα.
Ρολόι που πάλλει μαζί μου
για να μην ποτέ ξυπνήσει.

Η ΛΗΣΜΟΝΙΑ
στην άλλη όχθη της νύχτας
ο έρωτας είναι πιθανός
-πήγαινέ με-
πήγαινέ με ανάμεσα στις γλυκιές υποστάσεις
που πεθαίνουν κάθε μέρα μες στη μνήμη σου.

ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ
Πριν υπήρχε ένα φως
στο λεξιλόγιό μου γεννημένο
λίγα βήματα από τον έρωτα.
Νύχτα ανοιχτή. Νύχτα παρουσία.

ΟΝΟΜΑΖΟΝΤΑΣ ΣΕ
Όχι το ποίημα της απουσίας σου,
μόνο ένα σχέδιο, μια γρατζουνιά σʼ έναν τοίχο,
κάτι στον άνεμο, μια γεύση πικρή.

(μτφ: Βασίλης Λαλιώτης)

Θεοδόσης Βολκώφ - Γυμνή ΙΙ














ΓΥΜΝΗ ΙΙ


Θέλω να μου γδυθείς και να κοιτάζω –
σχεδόν ψυχρά, σκληρά τη στέρεη φλόγα,
την τρομερή σου εκδίπλωση να ορίζω, να σπουδάζω
το εφήβαιο, τους γλουτούς, το στήθος σου, τη ρώγα…

Στο ίδιο, Νύχτα μου, το φως σου να διαβάζω
το Έπος του κορμιού σου που ανατέλλει
κι από τη γύμνια λαβωμένος να σφαδάζω
και οι καμπύλες σου αιχμές και δόρατα – ή βέλη.

Γυμνή μες στις γυμνές μου λέξεις να σε βάζω
και νά ʽναι η σάρκα σου τις λέξεις μου που τρέφει
και πιο γυμνή κι από γυμνή να σε απεικάζω
και με φωτιά τη φλόγα ο στίχος να επιστέφει.

Πηγή: http://www.poiein.gr/archives/10905/index.html#more-10905
 
 

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

Federico Garcia Lorca










Τα Χέρια Μου Αν Μπορούσαν Να Μαδήσουν

Τ’ όνομά σου προφέρω
μες στις σκοτεινές νύχτες,
σαν έρχονται τ’ αστέρια
να πιούνε στο φεγγάρι
και τα κλαδιά κοιμούνται
των κούφιων φυλλωμάτων.

Νιώθω, μ’ έχει κοιλώσει
η μουσική και το πάθος.
Ρολόι τρελό, που ψάλλει
ώρες νεκρές, αρχαίες.

Τ’ όνομά σου προφέρω
τη σκοτεινή τούτη νύχτα
και μου ηχεί τ’ όνομά σου
μακρινό όσο ποτέ.

Μακρινότερο απ’ όλα
τ’ άστρα και θρηνώδες
κι από βροχή γαλήνια.

Θα σε θέλω, όπως τότε,
καμιά φορά; Ποιο λάθος
έχει η καρδιά μου κάνει;

Αν διαλύεται η καταχνιά,
άραγε, ποιο άλλο πάθος
με περιμένει; Θα ‘ναι
ήρεμο κι αγνό, τάχα;

Αχ, αν τα δάχτυλά μου
μπορούσαν να μαδήσουν
ετούτο το φεγγάρι!

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Νίκος Καρούζος - Μουλέτα














Δωρεάν η ζωή Φεδερίκο
Γκαρθία Λόρκα δωρεάν ο θάνατος,

αυτό το άλικο πανί δεν έχει πάντοτες αγαθή βεβαιότητα,
είν’ο θεός που αμιγής εκτείνεται στο μαύρο
πλήρως απών ή ανεικόνιστος,

όμως εσύ μυρόεσσα Ισπανία-της Ευρώπης θερμότητα
τί δόξα πρόσθεσες απ’τη λαλιά του την άσπιλη
σ’ανελέητο ήλιο σ’έναν ουρανό
που πυρακτώνει διαμπερής αθωότητα..

Ισπανία εσύ αυθεντία στο θάνατο!

Δωρεάν η όραση Φεδερίκο
Γκαρθία Λόρκα δωρεάν η τυφλότητα”

Ν.Καρούζος

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Οδυσσέας Ελύτης - Σώμα του καλοκαιριού









by Dan Earle


Ὢ σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ γυμνὸ καμένο

Φαγωμένο ἀπὸ τὸ λάδι κι ἀπὸ τὸ ἀλάτι

Σῶμα τοῦ βράχου καὶ ῥῖγος τῆς καρδιᾶς

Μεγάλο ἀνέμισμα τῆς κόμης λυγαριᾶς

Ἄχνα βασιλικοῦ πάνω ἀπὸ τὸ σγουρὸ ἐφηβαῖο

Γεμᾶτο ἀστράκια καὶ πευκοβελόνες

Σῶμα βαθὺ πλεούμενο τῆς μέρας!

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Federico Garcia Lorca

Πληγές της αγάπης

Αυτό το φως, τούτη η φωτιά που κατατρώει,
τούτο το σταχτί τοπίο που με τυλίγει,
τούτος ο πόνος για μια και μόνη ιδέα,
τούτη η αγωνία τ’ουρανού,του κόσμου, της ώρας..

Τούτος ο θρήνος του αίματος που στολίζει
λύρα δίχως παλμό πια, φευγαλέο δαυλό
τούτο το βάρος της θάλασσας που με χτυπά
τούτος ο σκορπιός που μου φωλιάζει στο στήθος

Είναι στεφάνι του έρωτα, κλινάρι πληγωμένου
όπου δίχως ύπνο ονειρεύομαι την παρουσία σου
μέσα στο ρημαδιό του στήθους μου βουλιαγμένο
Και μόλο που ψάχνω την καμπύλη της φρόνησης
μου προσφέρει η καρδιά σου κοιλάδα απλωμένη
με φαρμάκι και πάθος γνώσης πικρής..

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Οδυσσέας Ελύτης - Το Μονόγραμμα

επιβάλλεται ένα click εδώ : μέρος Ι & μέρος ΙΙ


Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα, μόνος, στον Παράδεισο

Ι
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

II
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια,
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά,
οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά.
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική
τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο.
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες.
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ.
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά.
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.

III
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
να μπαίνω σαν Πανσέληνος
από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια.
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε.
Ακουστά σ' έχουν τα κύματα,
πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε».
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο.
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο.
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά.
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά.
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει.
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο,
τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά.
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική,
καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου.
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι,
επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς?
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
να μιλώ για σένα και για μένα.

Μελισσάνθη

Ἄς...

Σὲ τοῦτο τὸ μεταξύ,

ἂς παίζουμε μὲ τὶς λέξεις,

ἂς παίζουμε τῆς ὁμιλίας τὸ θεῖο παιγνίδι

ἀνύποπτοι ποιητὲς

ποὺ κλέψανε τὸ μυστικὸ

νὰ βλέπουνε καὶ ν᾿ ἀκοῦνε,

ν᾿ ἀγγίζουνε καὶ νὰ γνωρίζουνε τὰ πράγματα,

τὴν εἰκόνα τοῦ Κόσμου ξαναπλάθοντας

μ᾿ ἀστραφτερὲς λέξεις ἂς παίζουμε

καθὼς παιδιὰ μ᾿ ἀθώα χοχλάδια

ποῦ ξεβράστηκαν στ᾿ ἀκροθαλάσσι

μόλις ἀγγίζοντας τὴ μυστικὴ φωτιὰ

μόλις μαντεύοντας

τὸν κρύφιο κεραυνό,

μὲ χῶμα ἂς σκεπάζουμε καὶ στάχτη

τὴ φλόγα ποὺ οἱ θνητοὶ ν᾿ ἀγγίσουν δὲν τολμοῦν

δέσμιοι στὸ θάνατο

ἂς ξανοίγουμε τὶς χάρτινες βαρκοῦλες μας

μὲς στὸν ἀστραποβόλο ὠκεανό...

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

άμεση δράση το ποίημα - Νίκος Καρούζος














Όταν απομένω δύστυχος και μόνος
αναπολώντας έρωτες τιμωρημένους
ή
μαβιά στο ηλιοβασίλεμα εννοιολογία
τότε πιάνω δουλειά στη μηχανή μου
χτυπώντας τα πλήκτρα με μουσικότητα
σχεδόν ανέστιος από φωνήεντα κι άστεγος
από σύμφωνα
γνωρίζοντας εξοντωτικά τη ματαιότητα
συγχωρώντας απίθανες γυναίκες
οπού χαίρονται την άσπιλη απουσία μου
χαρισμένες ηλίθια σε χαμαι-συνείδητους.
Εντούτοις εγώ διαλάμπω και τυφλώνω ορατά
την αμφίστομη μνήμη τους.
άμεση δράση το ποίημα. Όμως άλις έχω
του δυστυχείν.
Επομένως ηχογραφώ το άπειρο.

Νίκος Καρούζος

Charles Baudelaire - ύμνος



Στὴ πολυαγάπητη, στὴ πιὸ ὄμορφή μου
ποῦ φῶς γεμίζει μου τὴ καρδιά,
στὸ ἀθάνατο εἴδωλο, στὸ σεραφείμ μου,
ἕνα μου «χαῖρε» παντοτινά!

Δρυσοξεχύνεται μέσ᾿ στὴ ζωή μου
σὰν ἕνα ἀγέρι θαλασσινὸ
καὶ τὴν ἀχόρταγη φέρνει ψυχή μου,
σ᾿ ἀθανασίας πόθο τρανό.

Σὰ μυροφόρι πάντα σκορπίζει
στὴν ἀτμόσφαιρα γλυκιὰ εὐωδιά,
σὰ θυμιατήρι κρυφὰ καπνίζει
λησμονημένο μέσ᾿ στὴ νυχτιά.

Ἔρωτα ἀμόλυντε πῶς νὰ σοῦ γράψει
ὁ νοῦς τὶς χαρές της ἀληθινά;
Σπόρος τοῦ μόσχου ῾ναι ποὺ ῾χουνε θάψει
μέσα στοῦ τάφου μου τὴ σκοτεινιά.

Στὴ πολυαγάπητη, στὴ πιὸ ὄμορφή μου
πού ῾ναι ἡ χαρά μου κι ὅλη μου ἡ ὑγειά,
στὸ ἀθάνατο εἴδωλο, στὸ σεραφείμ μου,
ἕνα μου «χαῖρε» παντοτινά!

Charles Baudelaire
 
Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/charles_baudelaire_poems.htm

Jorge Luis Borges - Instantes










by Wassily Kandinsky "Aczent in rosa"



Instants

If I could live again my life,
In the next - I'll try,
- to make more mistakes,
I won't try to be so perfect,
I'll be more relaxed,
I'll be more full - than I am now,
In fact, I'll take fewer things seriously,
I'll be less hygenic,
I'll take more risks,
I'll take more trips,
I'll watch more sunsets,
I'll climb more mountains,
I'll swim more rivers,
I'll go to more places - I've never been,
I'll eat more ice creams and less (lime) beans,
I'll have more real problems - and less imaginary
ones,
I was one of those people who live
prudent and prolific lives -
each minute of his life,
Offcourse that I had moments of joy - but,
if I could go back I'll try to have only good moments,

If you don't know - thats what life is made of,
Don't lose the now!

I was one of those who never goes anywhere
without a thermometer,
without a hot-water bottle,
and without an umberella and without a parachute,

If I could live again - I will travel light,
If I could live again - I'll try to work bare feet
at the beginning of spring till
the end of autumn,
I'll ride more carts,
I'll watch more sunrises and play with more children,
If I have the life to live - but now I am 85,
- and I know that I am dying ...

Jorge Luis Borges

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Octavio Paz







ΔΥΟ ΚΟΡΜΙΑ
Δύο κορμιά αντιμέτωπα
είναι πότε-πότε δυό κύματα,
ενώ ωκεανός είναι η νύχτα.
Δύο κορμιά αντιμέτωπα
είναι πότε-πότε δυό πέτρες
κι έρημη χώρα είναι η νύχτα.

Δύο κορμιά αντιμέτωπα
είναι πότε-πότε δεντρόριζες
μπερδεμένες μες σε μιά νύχτα.
Δύο κορμιά αντιμέτωπα
είναι πότε-πότε μαχαίρια
μέσα στο αστροπελέκι της νύχτας.

Δύο κορμιά αντιμέτωπα
είναι αστέρια και πέφτουν μαζί
σε ουρανό που χάσκει ολόαδειος

Μτφ: Γιώργος Κεντρωτής

Federico Garcia Lorca - Πρώτος και τελευταίος στοχασμός














Πρώτος και τελευταίος στοχασμός

Ο Χρόνος
έχει το χρώμα της νύχτας.
Μιας νύχτας ασάλευτης..
Πάνω από τεράστια φεγγάρια

η Αιωνιότητα
στάθηκε στις δώδεκα.
Κι’ ο Χρόνος αποκοιμήθηκε για πάντα
στον πύργο του

Μας ξεγελάνε
όλα τα ρολόγια.
Ο Χρόνος έχει πια
ορίζοντες.

Federico Garcia Lorca
μτφ. Ανδρέας Ριζιώτης

Νίκος Καββαδίας - Federico Garcia Lorca



Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ'αχαμνά του

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Κάτω απ' τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ' το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

ένας περίπατος - Διονύσης Καρατζάς














με δύο ποιήματα του Διονύση Καρατζά θα σας πω την καλημέρα μου σήμερα,

ένας περίπατος
Κάτω στη θάλασσα περνάς
και χορεύει ο άμμος με τον άνεμο
αντρίκια
και σ' ερωτεύονται.
Η δόξα σου μεγάλη σαν πορτοκάλι
κι εγώ διψάω.

Διονύσης ΚαρατζάςΑπό τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1972-1997 (1999)

Κόκκινη νύχτα
Χορεύεις και σκίζετ' η νύχτα
Μισό φεγγάρι στο λαιμό σου τινάζει τα όνειρα
και το άλλο μισό βυθίζει φως στο σκοτεινό κορμί μου.
Κι όταν τη μέση σου τσακίζεις σαν τόξο τ' ουρανού
αρχίζουν θάλασσες κι η σιωπή.
Κι όπως τα χέρια σου σηκώνουν τους ανέμους
ακίνητον με περιφέρεις στη φωτιά σου,
το θαύμα τούτων των χρωμάτων
που λάμπουνε στο χάσμα που άνοιξες στο μαύρο.

Από τη συλλογή Στα νερά βαθαίνει ο ουρανός (2001)

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

this is for you - Leonard Cohen



This is for you
it is my full heart
it is the book I meant to read you
when we were old

Now I am a shadow
I am restless as an empire
You are the woman
who released me

I saw you watching the moon
you did not hesitate
to love me with it

I saw you honouring the windflowers
caught in the rocks
you loved me with them
On the smooth sand
between pebbles & shoreline
you welcomed me into the circle
more than a guest

All this happened
in the truth of time
in the truth of flesh

I saw you with a child
you brought me to his perfume
and his visions
without demand of blood
On so many wooden tables
adorned with food and candles
a thousand sacraments
which you carried in your basket

I visited my clay
I visited my birth
until I became small enough
and frightened enough
to be born again

I wanted you for your beauty
you gave me more than yourself
you shared your beauty
this I only learned tonight
as I recall the mirrors
you walked away from
after you had given them
whatever they claimed
for my initiation

Now I am a shadow
I long for the boundaries
of my wandering
and I move
with the energy of your prayer
and I move
in the direction of your prayer
for you are kneeling
like a bouquet
in a cave of bone
behind my forehead
and I move toward a love
you have dreamed for me

φύλλα λευκά - Χρήστος Κατρούτσος











Γεννήθηκε με υπόσχεση δακτύλων
και την ύπαρξή του
βάσισε στο τι θα κρατά.
Ένας συλλογισμός
ξεκίνησε ως δακτυλίδι που
έφηβο, βραχιόλι έγινε
διαπερνώντας τον πήχη,
ανελισσόμενο σε νευρώνες λογικής.
Η γέννα του σε λίκνο ενοχής
και ως μοναδικό δακτυλικό αποτύπωμα
κι αυτός υπήρξε
στα πλήθη της αφής…
Άλλοι ως χέρια να επαιτούν
κάποιοι με γροθιές υπερυψούμενες
και μερικοί
τον έρωτα ψηλαφώντας
αρπάζουν τη ζωή.
Στην ουσία η μορφή του πλάστηκε
γύρω από ένα στυλό,
-αυτός ο άξονάς του.
Όπως η γη,
στεκόταν με απόκλιση
για να ‘χει εποχές!
Πότε φθινόπωρο
και φαινόταν στη δακρυσμένη όραση
ύστερα γινόταν
έαρ δροσίζον χείλη με σκονισμένους φθόγγους,
μ’ ανατολή μιας μέρας
δίχως νέφη εκπνοής
στα πλήθη της αφής.
Να γράψει ήθελε
για τούτο και μετά τον τοκετό
σ’ ένα στυλό επιάστη-
πολύ φυσούσε
στους χειμώνες των αισθημάτων
την ώρα που εγκατέλειπε
ενδομήτρια αταραξία.
Δεν γράφουμε στην
αταραξία μας,
περνούμε φύλλα λευκά
με σφραγίδες τυπωμένα.
Εκείνος όμως, συλλογίστηκε
Κανείς ποιητής δεν μένει φύλλο
λευκό και σφραγγισμένο,
κάποιοι άνθρωποι μένουν φύλλα
λευκά και σφραγισμένα
άρα, κάποιοι δεν είναι ποιητές…

Χρήστος Κατρούτσος

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

Διονύσης Καρατζάς - Αριθμητική Ονείρων














Θα βρω καινούργιους αριθμούς

ξανά να μετρήσω

τη θάλασσα και το κορμί σου.

Ο πρώτος θα 'ναι η φωτιά,

ο δεύτερος η νύχτα∙

από τον τρίτο και μετά

ποιά λέξη θα μου αρνηθεί

ό,τι μου ζητήσεις

και όσα με ονειρευτείς;

Από τη συλλογή Πότε μίλα πότε φίλα (2002)
Διονύσης Καρατζάς, Αριθμητική Ονείρων

Αντιόχου Γιάννης - περίπτυξη

Είναι φορές που από το παρελθόν
Εικόνες με κατασπαράσσουν
Τεράστια αιλουροειδή
Και σχήματα γεωμετρικά που ανοίγουν
στόματα
Να καταπιούν
Τις τρεις διαστάσεις του φόβου μου

Τότε γίνεται να τραβάω δυο τρεις
γραμμές
Και να τις κάνω γράμματα σαθρά και
ανορθόγραφα
Μα έχουν νόημα στη φωνή
Κι ας είναι τα γραφτά μια άγρια
ικανοποίηση
Με όλων των λογιώ τα χρώματα
Πρώτα αυτά τα σκούρα κυανά
Και τα μαύρα και τα ερυθρά της μελάνης
Που περισσεύει ανεύρετη μέσα στα
ξεχασμένα μου ερμάρια

Κι είναι η ιστορία μου λειψή
Αφού συμπέρασμα στο γένος μου δεν
βγαίνει
Ετσι που να μείνει η ζωή να μοιράσει
Ξανά και ξανά
Ιδια τα γεγονότα
Τόσα τα συναισθήματα
Και τις μνήμες εκεί που ανήκουνε
Να βλέπει κανείς πως με κλειστά τα
μάτια του
Γλιστρά όπως μέσα σε όνειρο
Πάνω σε γιγάντια νημάτια όλο κόμπους

Να προσπαθεί να κρατηθεί με τις
παλάμες του σφιχτά
Κι εκείνες να πρήζονται
Και να ματώνουν
Στάζοντας θρόμβοι πηγμένο το αίμα
Σε λευκά πέταλα ναρκίσσων
Που όλη η αγάπη μου
Το μικρό το κάνει μέγα
Και το ορατό αόρατο
Κι ασύλληπτο
Σα να 'ναι ένα μυστήριο

Είναι τότε που παίρνω το μονοπάτι για
ψηλά
Ανοίγοντας μια μια και τις σαράντα
εννέα πόρτες του πύργου μου
Μήπως κι εκείνη τη συνείδηση του Jung
Τη βρω και ξεκλειδώσω
Ενώ αν υπήρχε τρόπος να βρίσκεται
κανείς
Την ίδια στιγμή
Κλειδωμένος μέσα στην καρδιά που
επιθυμεί
- Για την καρδιά σου μιλώ -
Τρίζοντας τις χορδές της μ' ένα
επιδέξιο δοξάρι
Θα 'ταν σα να χτυπούσε τη γλώσσα του
Στα μεταλλικά κάγκελα μιας φυλακής
Καλώντας όλα τα νυχτοπούλια
Και τα νυκτόβια έντομα
Και τα ποώδη φυτά με τα αγκάθια
Που λίγο μεγαλώνουνε
Μα χρόνια ζούνε πολλά
Κι έτσι γίνονται γνωστικά και
καθιερωμένα

Ειδάλλως όλο τούτο μοιάζει
Οπως ακούει κανείς την Ανοιξη του Vivaldi
Από ορχήστρα που έχει εκτελέσει μόνο
Wagner

Θέλοντας να σε κατακτήσω
Εισήλθα πια για τα καλά στην ενδοχώρα
σου
Ωσπου κατακλινόμενος
Αφαίρεσα τη χρυσή μου προσωπίδα
Και μαζί
Ολο μου το παρελθόν

Καταλαμβάνοντας τη δικαιωμένη μου θέση
Σκύβω
Διπλώνω
Ικέτης
Τσιμπώ με το γένι μου την τρυφερή σου
σάρκα
Ακροπατώντας στις ακρολοφίες σου
Ξετυλίγω τις ταινίες από το κορμί σου

Γυμνό το επιθυμώ
Γυμνό
Ολόγυμνο

Ξέρω καλά τι σημαίνει
Αυτή η ζέστη που με χτυπάει από την
χαραμάδα σου
Εκεί που επισταμένα κρύβεται η
ευχαρίστησή μου
Κι αποκρυπτογραφείται σε ρίγη
Ανατριχίλα και σπασμό
Αυτή η εξαίσια γεύση σου
Να μη χορταίνω τα όξινα του κορμιού σου

Ομως πραγματικά ---
Τούτη είναι η πιο υγιής σκέψη
Που έκανα εδώ και καιρό

Μπορώ μάλιστα να το καταμαρτυρήσω
Ενώπιον άλλων πολλών
Πως το να σε λατρεύω έτσι αγάπη μου
Μου σώζει την ψυχή μου.

Γιάννης Αντιόχου
από τη συλλογή "θέλω να κάνουμε.."

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

Νίκος Καρούζος - ένα έρημο άνθος

Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ

ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία

ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο.

Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει

τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα...

Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς

ἀμέριμνο σὰν ἰδέα.

Rainer Maria Rilke - Κι ὅταν κάποτε θὰ πρέπει νὰ διδάξεις

     
Wassili Kandinsky                                                                                


Und wenn du schon einmal lehren mußt

Berlin, Schmargendoff
16 Apr. 1900

Κι ὅταν κάποτε θὰ πρέπει νὰ διδάξεις
γιατὶ προσμένει νὰ τοῦ πεῖς, ἕνα παιδί,
ἢ γιατὶ ὁ ξένος σου
μπαίνει στῆς λάμπας σου τὸν κύκλο
σκοτεινιασμένος ἀπ᾿ τὴν ἄχνα τοῦ βραδιοῦ,
ἢ ποὺ τὸ βῆμα σου κάποτε ξαστοχᾶ
κι᾿ ὡσότου ξαναφέξει
πρέπει κι᾿ ἐσὺ σὲ φίλους νὰ σταθεῖς
ἢ ποὺ ἕνας φίλος περασμένος, ποὺ φοβᾶται
πὼς κλονίζεται ἡ φιλία πού ῾χε ἀρχίσει στὰ τυφλὰ
ἀπαιτώντας ἀπὸ σένα νὰ τοῦ γράψεις -
τότε πρέπει στὸν ἑαυτό σου νὰ τὸ πεῖς συνειδητὰ
τί σημαίνει «νὰ διδάσκεις»:
Μὲ λόγια ποὺ βαθιά σου τὰ γνωρίζεις
ἑκούσια νὰ πεῖς: ὑπάρχω ἐγώ.
Κι᾿ ἀκόμη πιὸ πολὺ
διδάσκω δὲν θὰ πεῖ: σὲ κάποιον
γιὰ τὴν σύμπτωση νὰ λὲς τῶν ἐποχῶν
πῶς συμβαίνει καὶ γιατί·
διδάσκω θὰ πεῖ: Γιὰ τὸν Ἕνα νὰ ρωτήσεις τὸν καθένα
ποὺ τοῦ μοιάζει στὴ σιωπή...

Rainer Maria Rilke (1875-1926)

Τρίτη, 10 Αυγούστου 2010

Δημουλά Κική - κονιάκ μηδέν αστέρων













Χαμένα πάνε εντελώς τα λόγια των δακρύων.
Όταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει
―έχει μεγάλη πείρα ο χαμός.
Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό
του ανώφελου.
Σιγά σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη
να δίνει ωραίες συμβουλές μακροζωίας
σε ό,τι έχει πεθάνει.

Ας σταθούμε στο πλευρό ετούτης της μικρής
φωτογραφίας
που είναι ακόμα στον ανθό του μέλλοντός της:
νέοι ανώφελα λιγάκι αγκαλιασμένοι
ενώπιον ανωνύμως ευθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εύβοια Σκόπελος;
Θα πεις
και πού δεν ήταν τότε θάλασσα.

Κική Δημουλά

Κεφάλας Ηλίας - Δεν πρέπει να βιάζω το ποίημα













Δεν πρέπει να βιάζω το ποίημα.
Γιατί το ποίημα
έχει τις δικές του στιγμές.
Η κάθε λέξη το δικό της δευτερόλεπτο.
Και μονάχα ο θάνατος
έχει όλο τον καιρό δικό του.

Δεν πρέπει να βιάζω το ποίημα.
Ήδη το ποίημα αδημονεί από μόνο του
και διογκώνει τα αισθήματα
μέσα στην ταραγμένη επώασή του.
Το ποίημα εκπυρσοκροτεί
εκεί που δεν το περιμένεις.
Γι’ αυτό και η πληθώρα των νέων
και ανίδεων ποιητών
με τα κομμένα χέρια και τους επιδέσμους.

Ηλίας Κεφάλας

από το βιβλίο "Ποίηση για την ποίηση",
Α. Φωστιέρης, Θ. Νιάρχος (επιμ.),
εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006.

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Δενέλαβας Τάσος - οι κινήσεις των άστρων

Όλες οι κινήσεις των άστρων – Κυκλικές μορφές που κουρνιάζουν δίπλα στο κρεβάτι σου το βράδυ,
Χώνονται μέσα από χαραμάδες , εισχωρούν μέσα σου ,
Σαν εικόνες από ένα φιλί κι ένα δάκρυ ,
Και ξεχνιέσαι και κλαις σα το κορίτσι αυτό ,
Τότε μέσα στη μέση του δρόμου ,
Ένα κενό ρούφηγμα του αέρα σα το καπνό που φεύγει ,
Από το τσιγάρο σου ,
Και μου έλεγες πάντα καλημέρα θυμάμαι ,
Το πρωί –
Μα ποτέ δεν άκουσα αυτή τη λέξη .

Όλες οι κινήσεις των άστρων –
Ρημάζονται μέσα στο γυάλινο ποτήρι που σπάει ,
Γλιστράει από τα χέρια σου και πέφτει στο πάτωμα ,
Χιλιάδες κομματάκια γυαλιά από την καρδιά μου ,

Και τα χέρια μου τρέμουν στην ιδέα της μοναξιάς ,
Ακόμα και όταν τα κρατάνε άλλα δυο ,
Όχι ..
Δεν είναι μικρό αυτό το συναίσθημα ,
Είναι θαμπό και εξαρτημένο από την μέρα και την νύχτα,
Σαν αέρας που τριγυρνάει μα δεν βρίσκει ανταπόκριση στο φως ,
μόνο στο σκοτάδι ..
Ίσως γιατί κινείται στο άπειρο με την ταχύτητα της μοναξιάς και της συγκατάβασης ,
Σαν τα χείλια σου τα βαμμένα με αυτό το κόκκινο χρώμα ,
Που αφήνει μυρωδιές μέσα στα όνειρα μου .

Όλες οι κινήσεις των άστρων –
Μικρές χορευτικές φιγούρες ,
Ένα θέατρο παραλόγου και λογικής ,
Ξεχύνεται μέσα από τα παράθυρα που χτυπάνε μανιασμένα από τον άνεμο ,
Παλλακίδες που σβήνουν σιγά σιγά μέσα από την αίθουσα ,
Μαριονετες που παίζουν τον κόσμο στις κλωστές τους ,
Με ένα μικρό ερώτημα στο χρόνο ,
Τι απομένει ;

Όλες οι κινήσεις των άστρων –
Ένα πρόσωπο που χορεύει γύρω από τον εαυτό του ,
Κοιτάει αριθμούς και λέει ,
Ω ! μα τi μεγάλο που είναι το σύμπαν ,
Και εσύ να είσαι τόσο μόνος ,
Είναι μια ιδέα ;
Η απλά η ιδέα μου ,
Που υποβόσκει κάθε πρωί όταν ξυπνάω ,
Με παίρνει από πίσω καθώς αρχίζω και ντύνομαι ,
Καθώς συνεχίζω την μέρα μου ,

Με το πρώτο μου τσιγάρο και το πρωινό καφέ ,
Ώσπου πέφτει δίπλα μου κουρασμένη το βράδυ για να κοιμηθεί .

Ακόμη δεν αντέχω αυτό το φλογερό χάρτινο φεγγάρι ,
Που με κοιτάει από ψηλά με μια δόση υπεροψίας ,
Σαν να μου λέει πόσο άτυχος είμαι που βρέθηκα εδώ κάτω ,
Εδώ που καθόμουν όταν ήμουν γέρος ,
Και μου έλεγαν ,
Ζεις με την φαντασία σου και μόνο βρε Τάσο ,
Δεν γίνονται αυτά τα πράματα ..
Μα και βέβαια γίνονται τους έλεγα εγώ ,
Οι νεκροί αυτό κάνουνε τα βράδια ,
Μας κοιτάνε σαν τα άστρα με όλες τις κινήσεις τους ,
Με όλες τις κινήσεις των άστρων -

Συλλογή "Ολες οι κινήσεις των άστρων"

Χριστιανόπουλος Ντίνος - όταν σε περιμένω

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,

ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,

σ’αυτούς που ώρες στέκονται σε μία ουρά,

έξω από μία πόρτα ή μπροστά σ’έναν υπάλληλο,

κι εκλιπαρούν με μία αίτηση στο χέρι

για μία υπογραφή, για μία ψευτοσύνταξη.

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,

γίνομαι ένα με τους τσαλακωμένους.

Χριστιανόπουλος Ντίνος - τι γυρεύω

Τι γυρεύω εγώ σ' αυτές τις νύχτες
οδεύοντας σε λασπωμένες ερημιές
μ' ένα απαίσιο συνάχι και το παπούτσι να με χτυπάει
και το φεγγάρι να μη λέει να κρυφτεί
κι η νύχτα να με σφίγγει απ' το λαιμό σαν τοκογλύφος -
τι γυρεύω εγώ σ' αυτές τις νύχτες;

Τι γυρεύω εγώ σ' αυτούς τους δρόμους
που άγρια τους φορολογεί η νύχτα;
Ελεεινά υποκείμενα δυναστεύουν τις γειτονιές,
γεμίσαν καθάρματα τα ξεροπόταμα,
σπίτια που είδαν πολλούς ξυλοδαρμούς -
τι γυρεύω εγώ σ' αυτούς τους δρόμους;

Γυρεύω να επενδύσω την καρδιά μου
δεν τα αντέχω πια αυτά τα βλέμματα,
στοιβάχτηκαν πολλά παράπονα στα μάτια μου,
τα χαμόγελά μου πικρίζουν,
το πρόσωπό μου έγινε ολοκαύτωμα -
γυρεύω να επενδύσω την καρδιά μου.

Εγγονόπουλος Νίκος - για τις γυναίκες π΄αγαπούμε

... κι είν’ οι γυναίκες
π’ αγαπούμε ... δ ά σ η
το κάθε δέντρο τους
είν’ κι’ ένα ...
μ ή ν υ μ α του πάθους
σαν μέσ’ σ’ αυτά τα δ ά σ η
μας πλανέψουνε
τα βήματά μας
και χαθούμε
τότες είν’ ακριβώς
που β ρ ί σ κ ο υ μ ε
τον ε α υ τ ό ν μας
και ζ ο ύ μ ε ....

κι όσο από μακρυά
ακούμε νάρχωνται
οι μπόρες
ή και μας φέρνει ο άνεμος
τις μουσικές και..
τους θορύβους της γιορτής
ή τις φλογέρες του κινδύνου
τίποτε - φυσικά -
δε μπορεί
να μας φοβίσει
ως οι πυκνές οι φυλλωσιές
ασφαλώς ...
μας προστατεύουν
μια ... που
οι γυναίκες π' αγαπούμε
ε ί ν α ι σα δ ά σ η ...

Nίκος Εγγονόπουλος, Για τις Γυναίκες π' αγαπούμε, Ελευσίς (1948)

Δημουλά Κική - κλέφτες στη σκέψη

Kλαίγοντας περιγράφει πώς ρήμαξαν το σπίτι της ληστές
της πήρανε χρυσαφικά και βίασαν οι άθλιοι
γερόντισσες αξίες.

Δε χαίρεται;

Eμένα έχει χρόνια να πατήσει
κλέφτης το πόδι του στο σπίτι
ούτε για καφέ.
Eπίτηδες αφήνω ξεκλείδωτο το μπρίκι.

Kάθε φορά επιστρέφοντας προσεύχομαι
να βρώ σπασμένους τους κυνόδοντες της πόρτας

να σείονται τα φώτα σαν μόλις να κουτούλησαν
με σεισμού πανύψηλου κεφάλι

να δω κλεμμένα τα κτερίσματα
από τις μούμιες βασιλείες του καθρέφτη

σαν κάποιος να ξυρίστηκε στο μπάνιο
και στη σπανή αφή μου να 'χουν φυτρώσει γένια
χάμω δεμένη χειροπόδαρα να κείται η διάψευσή τους

κι απ' την κουζίνα να 'ρχεται με το πάσο του ατμός
ζεστής πατημασιάς με μπόλικη κανέλα από πάνω.

Από τη συλλογή Ενός λεπτού μαζί (1998)

Γώγου Κατερίνα - Χ

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω "ποιητής"
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν' αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ...
τον φοβάμαι
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί...ε;...μίαν άλλη μέρα...

Ungaretti Giuseppe - ματαιότητα

Αναπάντεχα
ψηλό είναι
πάνω απ’ τα ερείπια
το καθάριο
θάμβος
της απεραντοσύνης

Κι ο άνθρωπος
γερμένος
πάνω απ’ το νερό
το αιφνιδιασμένο
απ’ τον ήλιο
συνέρχεται
σκιά

Λικνισμένη και
μαλακά
διαθλασμένη


Giuseppe Ungaretti
μετ: Φοίβος Μιομπίνος

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

Merini Alda - Η ψυχή είναι σκοτεινή











Η ψυχή είναι σκοτεινή

το φως της ψυχής είναι σκοτεινό

όπως σκοτεινό είναι ένα χαλί αίματος.

Είδες την αυγή να περνά;

Είχε τη μορφή μιας παιδούλας, τόσο γλυκιά,

μιας παιδούλας επιφανειακά όμορφης και ευαίσθητης

ήταν αυτή που ζωήρευε το φως μας.

Πώς την έλεγαν;

Αρκεί να πεις πως τη σκέπαζε η λάμψη του απείρου

και ήταν ένα αθώο κορίτσι,

ένα αθώο κορίτσι που πέρασε από τα μέρη μας

για να σταματήσει το τέλος τους σύμπαντος.

Κι έπειτα;

Επειτα ένα πρίγκιπας της έδωσε το αντίδοτο του θανάτου

κι έγινε ένας έρωτας απατηλός

γιατί αυτή φούσκωνε σαν ένα απέραντο ψωμί

στις συνειδήσεις μας.

Είναι νεκρή;

Οχι, συνεχίζει να φουσκώνει μέσα μας

και το στάχυ της σοφίας είναι ο αγώνας της

και η κοιμισμένη λέξη θα ξυπνήσει

ίσως, όταν εμείς θ' αντιληφθούμε, φίλε,

το μυστήριο της ζωής

που είναι ο έρωτας για τη δημιουργία

Alda Merini
μτφρ.: Ελσα Κορνέτη & Βασίλης Ρούβαλης

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Rainer Maria Rilke - Sine Sole sileo...!!!










Κι όταν οι ελπίδες χαθούν
και μείνουν σανίδια που καπνίζουν,
σημάδια της μάχης που χάθηκε,
μην πεις πως νικήθηκες.

Σκέψου μόνο αυτό
ότι, μετά την καταιγίδα
το ουράνιο τόξο θα φανεί!
σημάδι υπόσχεσης
για μια ηλιόλουστη μέρα!!!

Rainer Maria Rilke

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Baudelaire Charles - l' albatros













Souvent, pour s'amuser, les hommes d'équipage
Prennent des albatros, vastes oiseaux des mers,
Qui suivent, indolents compagnons de voyage,
Le navire glissant sur les gouffres amers.

À peine les ont-ils déposés sur les planches,
Que ces rois de l'azur, maladroits et honteux,
Laissent piteusement leurs grandes ailes blanches
Comme des avirons traîner à côté d'eux.

Ce voyageur ailé, comme il est gauche et veule!
Lui, naguère si beau, qu'il est comique et laid!
L'un agace son bec avec un brûle-gueule,
L'autre mime, en boitant, l'infirme qui volait!

Le Poète est semblable au prince des nuées
Qui hante la tempête et se rit de l'archer;
Exilé sur le sol au milieu des huées,
Ses ailes de géant l'empêchent de marcher.
..........................................
Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα να περνάνε,
πιάνουνε τ΄ άλμπατρος – πουλιά της θάλασσας τρανά-
που ράθυμα, σαν σύντροφοι του ταξιδιού, ακολουθάνε
το πλοίο που μες στα βάραθρα γλιστράει, τα πικρά.

Μα μόλις σκλαβωμένα εκεί στην κουπαστή τα δέσουν,
οι βασιλιάδες τ΄ ουρανού, σκυφτοί κι άχαροι πια,
τ΄ άσπρα μεγάλα τους φτερά τ΄ αφήνουνε να πέσουν
και στα πλευρά τους θλιβερά να σέρνονται κουπιά.

Αυτά που ΄ναι τόσο όμορφα, τα σύννεφα όταν σκίζουν,
πως είναι τώρα κωμικά κι άσχημα και δειλά!
Άλλοι με πίπες αναφτές τα ράμφη τους κεντρίζουν,
κι άλλοι πηδάνε σαν κουτσοί, κοροϊδευτικά.

Μ΄ αυτούς τους νεφοπρίγκιπες κι ο Ποιητής πώς μοιάζει!
Δεν σκιάζεται τις σαϊτιές, τις θύελλες αψηφά
μα ξένος μες στον κόσμο αυτόν που γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει απ΄ τα γιγάντια του φτερά σαν περπατά.

Charles Baudelaire

Μτφρ. Γ. Σημηριώτης

Σεφέρης Γιώργος - πρωί














Ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ξεδίπλωσε
τὸ μαῦρο πανὶ πλατιὰ καὶ τέντωσέ το
ἄνοιξε τὰ μάτια καλὰ στύλωσε τὰ μάτια
προσηλώσου προσηλώσου τώρα ξέρεις
πὼς τὸ μαῦρο πανὶ ξεδιπλώνεται
ὄχι μέσα στὸν ὕπνο μήτε μέσα στὸ νερὸ
μήτε σὰν πέφτουνε τὰ βλέφαρα ρυτιδωμένα
καὶ βουλιάζουνε λοξὰ σὰν κοχύλια,
τώρα ξέρεις πὼς τὸ μαῦρο δέρμα τοῦ τυμπάνου
σκεπάζει ὁλόκληρο τὸν ὁρίζοντά σου
ὅταν ἀνοίξεις τὰ μάτια ξεκούραστος, ἔτσι.
Ἀνάμεσα στὴν ἰσημερία τῆς ἄνοιξης καὶ τὴν ἰσημερία
τοῦ φθινοπώρου
ἐδῶ εἶναι τὰ τρεχάμενα νερὰ ἐδῶ εἶναι ὁ κῆπος
ἐδῶ βουίζουν οἱ μέλισσες μὲς στὰ κλωνάρια
καὶ κουδουνίζουνε στ᾿ αὐτιὰ ἑνὸς βρέφους
καὶ ὁ ἥλιος νά! καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ παραδείσου
ἕνας μεγάλος ἥλιος πιὸ μεγάλος ἀπ᾿ τὸ φῶς.

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Πολυγένη ΄Ελενα - όσο το δυνατόν σιγότερα

Κανένας δε θα με μάθει
Τις επιθυμίες μου
Εκτός απ' την κραυγή μου
Εκείνη που αντηχεί
Ξημέρωμα
Στους θορυβώδεις δρόμους της πόλης.
Μιλάει πότε σε σένα
Αλλόκοτα
Μ' έναν υπόκωφο ήχο
Πότε σε άλλους
Τραυλίζοντας
Χωρίς λόγο.
Αυτό που απομένει
Είναι το σώμα μου
Ριγμένο άτσαλα
Πάνω στο στρώμα.

΄Ελενα Πολυγένη
http://www.poema.gr/poem.php?id=260

Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

Δημουλά Κική - διάλογος ανάμεσα σε μένα και σε μένα

Σου είπα:
Λύγισα.

Και είπες:
Μη θλίβεσαι.

Απογοητεύσου ήσυχα.
Ήρεμα δέξου να κοιτάς
σταματημένο το ρολόι.

Λογικά απελπίσου
πως δεν είναι ξεκούρδιστο,
ότι έτσι δουλεύει ο δικός σου χρόνος.

Κι αν αίφνης τύχει
να σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μη ριψοκινδυνέψεις να χαρείς.

Η κίνηση αυτή δεν θα 'ναι χρόνος.
Θα 'ναι κάποιων ελπίδων ψευδορκίες.

Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αυτοεκθρονίσου
από τα χίλια σου παράθυρα..

Για ένα, μήπως τ' άνοιξες.
Κι αυτοξεχάσου εύχαρις.

Ό,τι είχες να πεις,
για τα φθινόπωρα, τα κύκνεια,
τις μνήμες, υδροροές των ερώτων,
την αλληλοκτονία των ωρών,
των αγαλμάτων την φερεγγυότητα,

ό,τι είχες να πεις
γι' ανθρώπους που σιγά-σιγά λυγίζουν,
το είπες.

ένα κλικ στο χρώμα είναι πάντα διαφωτιστικό!!!

Rainer Maria Rilke - σβήσε τα μάτια μου













Σβήσε τα μάτια μου·
μπορώ να σε κοιτάζω,
τ' αυτιά μου σφράγισέ τα,
να σ' ακούω μπορώ.

Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σ' εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.

Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη,
εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι

μτφρ. Κωστής Παλαμάς

Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

Ferlinghetti Lawrence - ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε










Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία δεν είναι πάντα
και τόσο διασκεδαστική
αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης
που και που όταν όλα πάνε καλά
γιατί ακόμα και στον παράδεισο δεν τραγουδούν όλη την ώρα

Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει που μερικοί άνθρωποι
πεθαίνουν όλη την ώρα
ή έστω απλώς λιμοκτονούν
κάποιες ώρες στο κάτω κάτω δεν πειράζει αφού δεν είστε εσείς

Α, ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε
αν δεν σας πολυνοιάζουν λίγα ψόφια μυαλά στις ψηλότερες θέσεις ή
μια δυο βόμβες που και που στα ανεστραμμένα σας πρόσωπα
ή άλλες τέτοιες απρέπειες απ’ τις οποίες
μαστίζεται η κοινωνία μας με τους διακεκριμένους άνδρες της
και τους κληρικούς της και τους λοιπούς αστυφύλακες
και τις διάφορες φυλετικές διακρίσεις της
και τις κοινοβουλευτικές ανακρίσεις της
και τις άλλες δυσκοιλιότητες που η τρελή μας σάρκα θα κληρονομήσει

Ναι ο κόσμος είναι το καλύτερο μέρος
για ένα σωρό πράγματα
όπως το να κάνεις κουταμάρες
και να κάνεις έρωτα
και να είσαι λυπημένος
και να τραγουδάς φτηνά τραγούδια
και να έχεις εμπνεύσεις

μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου

Πηγή: http://kousouria.blogspot.com/

Plath Sylvia - πρωινό τραγούδι










Η αγάπη σε κούρντισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι.
Η μαμή χτύπησε τις πατούσες σου και η γυμνή κραυγή σου
Πήρε τη θέση της ανάμεσα στα στοιχεία.

Οι φωνές μας αντιλαλούν, μεγεθύνοντας τον ερχομό σου.
Καινούργιο άγαλμα.
Σ' ένα παγερό μουσείο, η γύμνια σου
Σκιάζει την ασφάλειά μας.
Στεκόμαστε τριγύρω ανέκφραστοι σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου
Από το σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη
για να αντικατοπτρίσει την δική του αργή
εξάλειψη στα χέρια του ανέμου.

Όλη νύχτα σαν πεταλουδίτσα η ανάσα σου
Πεταρίζει ανάμεσα στα λεία ροζ τριαντάφυλλα.
Ξυπνώ ν' αφουγκραστώ:
Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει μες στο αυτί μου.
Μια κραυγή, και σκουντουφλώ απ' το κρεβάτι,
βαρειά και λουλουδιασμένη
Μες στο βικτωριανό μου νυχτικό.

Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν του γατιού.
Το τετράγωνο του παραθύρου
Ξασπρίζει και καταπίνει τα θολά του αστέρια.

Και τώρα δοκιμάζεις μια φουχτίτσα νότες·
Τα ξεκάθαρα φωνήεντα υψώνονται σαν μπαλόνια.

Sylvia Plath, 1932 - 1963. μεταφρ. Κλαίτη Σωτηριάδου