Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

αθωότητα













συνάντησα τη δίψα
κι αυτή μου ΄δωσε να πιω
κι έπειτα στο δρόμο μου
διαβάτης της βροχής κι εγώ
έπεσα πάνω στο δίχτυ της νύχτας
κι αποκοιμήθηκα
κοντά τρεις αιώνες
όταν ξύπνησα ήταν πάλι νύχτα
μα κάτι ανύποπτα αστέρια είχαν ξεχαστεί
και συνέχιζαν να στέλνουν μικρές αθώες λάμψεις
εδώ κάτω
απόρησα και η ερώτηση ξέφυγε απ' τα χείλη μου
αυθόρμητα
δίχως αντάλλαγμα, δίχως σκοπό στέλνετε τη λάμψη σας ακόμη?

απάντηση δεν πήρα μα ένιωσα το κενό του τώρα
να γεμίζει τα σωθικά μου
κι εγώ με τις μικρές μου γροθιές
να παλεύω να βγάλω το κενό από μέσα μου
έκλεισα ξανά τα μάτια
μα δεν κοιμόμουν
άκουγα
πρώτα την αναπνοή μου
έπειτα τους ήχους της νύχτας
έπειτα την ψυχή μου
να φωνάζει για λίγη αθωότητα
δε θα μεγαλώσω ποτέ, είπα στον εαυτό μου
κι ονειρεύτηκα το φως

Silena 4/3/2011