Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Γιάννης Ρίτσος - Η Ελένη










Βιβλιοδεσία σε δέρμα και χρυσοτυπία της ΦΡΟΣΩΣ ΓΑΝΙΑΡΗ


[...................]

Αλήθεια, πόσα πράγματα άχρηστα, με πόση απληστία συναγμέ-
να
φράζαν το χώρο - δεν μπορούσαμε να σαλέψουμε, τα γόνατά μας
χτυπούσαν σε ξύλινα, πέτρινα, μετάλλινα γόνατα. Ω, βέβαια, θα
πρέπει
πολύ να γεράσουμε, πολύ, ώσπου να γίνουμε δίκαιοι, να φτάσουμε
εκείνη
την ήμερη αμεροληψία, τη γλυκειά ανιδιοτέλεια στις συγκρίσεις,
στις κρίσεις,
όταν δικό μας πια μερτικό δεν υπάρχει σε τίποτα πάρεξ σ' αυτή
την ησυχία.

Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί, φιλοδοξίες, υπεροψίες,
θυσίες και ήττες και ήττες, κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιό-
λας
ήταν από άλλους αποφασισμένα, όταν λείπαμε εμείς. Και οι άν-
θρωποι, αθώοι,
να χώνουν τις φουρκέτες των μαλλιών μες στα μάτια τους, να χτυ-
πούν το κεφάλι
στον πανύψηλο τοίχο, γνωρίζοντας βέβαια πως ο τοίχος δεν πέφτει
ούτε ραγίζει καν, να δουν τουλάχιστον μες από μια χαραμάδα
λίγο γαλάζιο ασκίαστο απ' το χρόνο και τη σκιά τους. Ωστόσο -
ποιος ξέρει -
ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να
αρχίζει
η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κ' η ομορφιά του ανθρώπου
ανάμεσα σε σκουριασμένα σίδερα και κόκκαλα ταύρων και αλόγων,
ανάμεσα σε πανάρχαιους τρίποδες όπου καίγεται ακόμα λίγη δά-
φνη
κι ο καπνός ανεβαίνει ξεφτώντας στο λιόγερμα σα χρυσόμαλλο δέ-
ρας.

Μείνε λιγάκι ακόμη. Βράδιασε. Το χρυσόμαλλο δέρας που λέγαμε
- Ω, η σκέψη
έρχεται αργά σ' εμάς τις γυναίκες - ξεκουράζει κάπως. Αντίθετα,
οι άντρες
δε σταματούν ποτέ τους να σκεφτούν, - ίσως φοβούνται, ίσως δε
θέλουν
να δουν κατάματα το φόβο τους, να δουν την κούρασή τους, να ξε-
κουραστούνε -
δειλοί, ματιαόδοξοι, πολυάσχολοι, προχωρούν στο σκοτάδι. Τα
ρούχα τους
μυρίζουν πάντα καπνό από μια πυρκαγιάπου πλάι της ή μέσα της
είχαν περάσει χωρίς να το ξέρουν. Γδύνονται γρήγορα, ρίχνουν
τα ρούχα τους στο πάτωμα, πέφτουν στην κλίνη. Όμως και το ίδιο
τους το σώμα
μυρίζει καπνό, - τους ναρκώνει. Μες στο τρίχωμα του στήθους
τους
έβρισκα, σαν κοιμόνταν πια, κάτι λεπτά, καμμένα φύλλα
ή κάτι πούπουλα σταχτόμαυρα από πουλιά σκοτωμένα. Τότε
εγώ τα μάζευα και τα φυλούσα σε μια κασετίνα - τα μόνα σημάδια
μιας μυστικής επαφής - ποτέ δεν τους τάδειξα - δε θα τ' ανα-
γνώριζαν.

Κάποιες στιγμές, ω, ναι, ήταν ωραίοι - έτσι γυμνοί, παραδομέ-
νοι στον ύπνο,
εντελώς απροσποίητοι, αφημένοι, με τα μεγάλα, δυνατά σώματά
τους
υγρά, μαλακωμένα, σαν θορυβώδη ποτάμια που κυλήσαν
από ψηλά βουνάσε γαλήνια πεδιάδα, ή σαν παιδιά εγκαταλειμμέ
να. Τότε
τους αγαπούσα πράγματι, σα να τους γέννησα εγώ. Παρατηρούσα
τα μακριά ματόκλαδά τους
κ' ήθελα να τους πάρω μέσα μου για να τους προφυλάξω, ή έτσι
να ζευγαρώσω μ' ολόκληρο το σώμα τους. Κοιμόταν. Κι ο ύπνος
σου επιβάλλει
το σεβασμό, γιατί 'ναι τόσο σπάνιος. Πάνε κι αυτά. Ξεχαστήκαν.
[..................................]

ένα μικρό απόσπασμα από το έργο του Γιάννη Ρίτσου
Η ΕΛΕΝΗ
Εκδόσεις Κέδρος
*(το πρωτότυπο κείμενο είναι σε πολυτονικό σύστημα)