Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

τα άσπρα καραβάκια...



Για μια στιγμή ένιωσα πως θα μπορούσα να ξαναφτιάξω τον κόσμο μου απ' το τίποτα! κι ένα χαμόγελο αισιοδοξίας απλώθηκε στο πρόσωπό μου. Μου φάνηκε πως η νύχτα φωτίστηκε στιγμιαία από κάποιες παλιές ιδέες που ξεπρόβαλλαν απ' τη μνήμη κι έμοιαζαν τόσο φρέσκιες, ολοκαίνουργιες και λαμπερές, ικανές να φωτίσουν το σκοτάδι της λήθης.

Μα έκανα λάθος. Ήταν μόνο το φως του ολόγιομου φεγγαριού που έπεφτε απότομα στη θάλασσα, σα ν' αυτοκτονούσε. Και μαζί του πέθαιναν και οι ελπίδες μου. Σήκωσα τα μάτια να σιγουρευτώ πως ήταν το φεγγάρι εκείνο που αποπλανούσε τη νύχτα.

Είχα τελείως απορροφηθεί από το φως του και δεν άκουσα το σιγανό θόρυβο, υπόγειο και τρομακτικό. Σα σύρσιμο ανάμεσα σε ξερά φύλλα.

Ήταν η ξεχασμένη μου εφηβεία. Καλούσε τις αφελείς μου εικόνες να ζωντανέψουν, εκείνες τις αθώες εικόνες που πιστεύουν τα πάντα... Κι οι εικόνες, ήθελαν κι αυτές να ξαναγίνουν... "τώρα", να ξαναγίνουν φως.

Και να, μπροστά μου, ολοζώντανη η εικόνα ενός κοριτσιού γύρω στα δεκαπέντε, να κάθεται μονάχο του με τα γόνατα διπλωμένα στην αγκαλιά. Τα δάκρυα πέφτουν βαριά, ασήκωτα πάνω στα γυμνά πόδια και κυλάνε αργά χαράζοντας δρόμους σιωπής.

"Μα είναι όμορφη η σιωπή" ακούω τη φωνή μου να λέει μέσα στην ησυχία της νύχτας.

"Μα είναι ανυπόφορη η σιωπή" ακούω το κορίτσι να ψιθυρίζει. Κι έτσι όπως ήρθε, έτσι χάθηκε η μορφή της, σα σκιά ανάμεσα στα δέντρα.

Πήρα ένα χαρτί κι άρχισα μηχανικά να φτιάχνω καραβάκια. Πολλά άσπρα καραβάκια το ένα πίσω από το άλλο. Ολόκληρος στόλος να συναντά της αυγής τον αναστεναγμό.

Με μια θλιμμένη λάμψη για θύμηση κρατάω τα καραβάκια στην αγκαλιά μου και τραβάω για τη θάλασσα....

Silena 16/7/2011