Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Οδυσσέας Ελύτης


 


ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ
ή
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ


Μονομιάς, η σκιά της χελιδόνας θέρισε τα βλέμματα
των νοσταλγών της: Μεσημέρι
Άδραξε μυτερό χαλίκι, κι αργά, με δεξιοσύνη, ο ήλιος,
πάνω απ’τον ώμο της Κόρης του Ευθυδίκου, χάραξε
τα πτερύγια των ζεφύρων.

Το φως δουλεύοντας τη σάρκα μου, φάνηκε μια στιγμή
στο στήθος το μενεξεδί αποτύπωμα, κει που η τύψη
μ’ άγγιξε κι έτρεχα σαν τρελός.  Ύστερα, μες στα
πλάγια φύλλα ο ύπνος μ’ αποστέγνωσε, κι έμεινα μό-
νος.  Μόνος.

Ζήλεψα τη σταλαγματιά που απαρατήρητη δόξαζε τα
σκίνα.  Όμοια να’ μουν στο έκπαγλο μάτι που αξιώ-
θηκε να δει το τέλος του Ελέους!

΄Η μήνα κι ήμουν;  Στην τραχύτη του βράχου, ανάρραγου
από την κορφή ως τα βάραθρα, γνώρισα τα πεισμα-
τικά σαγόνια μου.  Που σπάραζαν το κτήνος μέσα
στον άλλον αιώνα.

Και η άμμο πέρα, κατακαθισμένη από την ευφροσύνη
που μου’ δωκεν η θάλασσα, κάποτε, σαν βλαστήμη-
σαν οι ανθρώποι κι άνοιγα τις οργιές με βιάση να ξε-
δώσω μέσα της · νά  ’ταν αυτό που γύρευα;  η αγνό-
τητα;

Το νερό αναστρέφοντας το ρέμα του, μπήκα στο νόημα
της μυρσίνης όπου φυγοδικούν οι ερωτευμένοι.  Ά-
κουσα ξανά το μετάξι που έψαυε τα τριχωτά μου στή-
θη ασθμαίνοντας.  Και η φωνή “χρυσέ μου”, νύχτα,
μέσα στη ρεματιά, που έκοβα το στερνό πρυμνήσιο
των άστρων και πρόσεχε να πάρει σχέδιο τ’ αη-
δόνι.

Τι λαχτάρες αλήθεια και τι χλευασμούς εδέησε να περά-
σω, με το λίγο του όρκου στα δυο μάτια και τα δά-
χτυλα έξω απ’ τη φθορά.  Τέτοιες χρονιές -α ναι-
θα’ ταν που εργάζομουν να γίνει τόσο τρυφερό το απέ-
ραντο γαλάζιο!

Είπα.  Και στρέφοντας το πρόσωπο, μες στο φως ξανά
το αντίκριζα να με ατενίζει.  Δίχως έλεος.
Κι ήταν αυτό η αγνότητα.

Όμορφη, κι απ’ των χρόνων το σκίασμα συλλογισμένη,
κάτω απ’τον σημαφόρο του ήλιου, η Κόρη του Ευθυδίκου
δάκρυζε

Που μ’ έβλεπε να περπατώ, πάλι μέσα στον κόσμο αυ-
τόν, χωρίς Θεούς, αλλά βαρύς απ’ ό,τι, ζώντας, αφαι-
ρούσα του θανάτου.

Μονομιάς, η σκιά της χελιδόνας θέρισε τα βλέμματα
των νοσταλγών της: Μεσημέρι.