Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

τα ψίχουλα



Ακούμπησε τα δάχτυλα στην άκρη του τραπεζιού παρατηρώντας τα ψίχουλα που ήταν σκορπισμένα. Έκανε να τα διώξει χρησιμοποιώντας μόνο τον αντίχειρα μα μετάνιωσε και άφησε ακίνητα τα δάχτυλα ν'απορούν με την αναποφασιστικότητά του.
- Δεν θα πεις κάτι, ρώτησε με τόνο που δεν περίμενε απάντηση.
Τον κοίταξα για λίγο και κατέβασα τα μάτια για να μη δει τη λάμψη του βυθού.
- Μπορείς να φύγεις είπα, πνίγομαι εδώ μέσα. Να μοιράζομαι τόσο λίγο αέρα, δεν το αντέχω.
Άνοιξε απότομα την πόρτα.
Σιωπή.
Έκλεισε απότομα την πόρτα.
Σιωπή ξανά.
Ένα ρεύμα αέρα μ' έκανε να ριγήσω.
Πήρα ανάσα βαθιά, να χορτάσω οξυγόνο.
Πλησίασα το τραπέζι κι άρχισα με χαρούμενες κινήσεις να πετάω τα ψίχουλα. Σε κάθε κατεύθυνση. Και να γελάω δυνατά. Όλο και πιο δυνατά. Και ν' αναπνέω με απληστία.
Άνοιξα όλα τα παράθυρα, να με γεμίσω αέρα, φως. Έκλεισα όλες τις χαραμάδες, να ξεχάσω.

Τα δάχτυλα πήραν το νόημα, γρήγορα και καθαρά. Και σώπασαν.

Silena 20/5/2012