Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

μπαλόνια


Δεν άφησα γράμμα,
ούτε ένα απλό σημείωμα, προχειρογραμμένο.
Τίποτα.

Προτίμησα να πετάξω τις λέξεις στη σιωπή
να τις καταδικάσω.
Δεν είχα χώρο βλέπεις
ούτε στα μάτια, ούτε στην ψυχή.
Ήμουν γεμάτη από μεγάλα μπαλόνια αέρα.

Κάποιες μέρες μάλιστα, ανέβαινα ψηλά, σαν χαρταετός
και γελούσα κρυφά με τον εαυτό μου,
να μη πάρει κανείς χαμπάρι και προδοθώ
και καταλάβουν πως κάτι κρύβω.
Και τότε, εκείνα τα μεγάλα μπαλόνια αέρα,
πόσο θα κινδύνευαν θεέ μου.

Να πέσουν στα λάθος χέρια
να γίνουν αστείες απομιμήσεις ξεφούσκωτων ονείρων!

Ήθελες
να πιστέψω πως υπάρχει.
Αυτό που ονόμαζες

ΑΙΩΝΙΟ

Μα εγώ σου φώναζα καθώς τα βήματά μου απομακρύνονταν.
Σχεδόν ουρλιάζοντας, σου φώναζα:
«μόνο το ΤΩΡΑ, μονάχα αυτό υπάρχει».
Εσύ, επέμενες
γιατί ίσως είχες δει την αλήθεια,
γυμνή να σου αποκαλύπτεται και είχες πιστέψει.
Εσύ, επέμενες.

Μα δεν πρόλαβα να σ’ ακούσω.

Τα βήματά μου,
τα βήματά μου με έστειλαν στο χθες.


©Silena, 27/9/2013

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Τα βουβά μάτια


ΤΑ ΒΟΥΒΑ ΜΑΤΙΑ

Ένας βράχος
Μονάχος
Αυτό
Δε ψάχνει, δεν προσμένει, είν’ έτοιμος από χρόνια
Ν’αναγνωρίσει
το κατάλληλο κύμα
την κατάλληλη στιγμή
Στον τόπο που δεν υπάρχουν σκιές
παρά μόνον αληθινοί άνθρωποι
περπατούν
ο ένας δίπλα στον άλλο
δίχως ν’ αγγίζονται
ατέλειωτες στρατιές αληθινών ανθρώπων
που περπατούν ο ένας δίπλα στον άλλο δίχως ν’ αγγίζονται
Φοβάμαι
Τη στιγμή που θα γυρίσεις το βλέμμα
φοβάμαι
Το κατάλληλο κύμα
το βράχο
τον ήχο των βημάτων
την άλλη πλευρά
που κοιτάζει μόνον ευθεία
μα η αγάπη είναι κύκλος
κινείται
χαμογελάει
σωπαίνει
δακρύζει
μα η αγάπη δεν είναι
ούτε βράχος
ούτε κύμα
ούτε αθόρυβα βήματα
ανθρώπων που κοιτάζουν μόνο ευθεία
φοβάμαι
το έκπληκτο κοίταγμα 
της σκιάς μου
με τα βουβά μου μάτια



©Silena, 26/9/2013

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

ΔΕ ΦΤΑΝΕΙ


Δε φτάνει το χαρτί
να κρύψει λέξεις
τ' αθόρυβο μελάνι
να κυλήσει στα χέρια
μαύρο
σαν σκέψη απουσίας
σου
Δε φτάνει του φθινοπώρου τ' άρωμα
τα σύννεφα να φέρει κοντά
να θυμώσουν τα χέρια
κι ακατάπαυστα ν' αρχίσουν
νεύματα
βοήθειας ή σπαραγμού
να χαράζουν διάφανα στον αγέρα
Δε φτάνει
Γι' αυτό κι οι ερωτήσεις
έχασαν τα ερωτηματικά
κι ορφανές πορεύονται πια
δίχως τίποτα να περιμένουν

©Silena, 21/9/2013



Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Πρελούδιο












Μα είναι
το φως ακριβοδίκαιο
Χαμογελά στους άξιους
που ξέρουν ν' αγαπούν
Τους άλλους
σε ανελέητη υποταγή
καταδικάζει
μπουμπούκια θλιβερά
μαραμένα πριν καλά καλά ανοίξουν!
Τρομαγμένο φως
Να λένε οι άνθρωποι πως δάκρυα είναι
κι όχι αχτίδες
μιας σύντομης ζωής
ευχαριστημένης
Μα είναι
το φως σοφό
γνωρίζει
αφήνει το παράθυρο ανοιχτό
στους τυφλούς που ονειρεύονται
ακόμη
με το κελάρυσμα του ρυακιού
και το μυρωμένο αγέρι της άνοιξης
Τις κάρτες σημαδεύουν ξανά
ν' αποφύγουν το διασυρμό των σκιών
Παλάμη
χάρτης λευκός
με χαραγμένους πάνω του κύκλους
στριμωγμένων ονείρων του κοριτσιού
που μεγάλωσε απότομα
Ο ουρανός φοβάται
οι σκιές ξεψυχούν

Κάτω από
το φως θεριεύει
γυμνό



©Silena , 16/9/2013

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Με τη Γεύση του Βύσσινου




Δεν ήταν πρόσταγμα αυτό
δεν ήτανε κραυγή
Την είπαν λύπη
μιας άγονης ελπίδας
βουβής
Την είπαν προσμονή
ενός τέλους
μιας νέας αρχής

Δεν ήταν ψίθυρος αυτός
δεν ήταν ήχος
Της πλήξης ο θάνατος ήταν
κλεισμένος σε λέξεις
στολισμένες με κερί
ιεροτελεστίες
ομολογίες
νουθεσίες

Με τη γεύση του βύσσινου

Θα προσέχω
Θα 'χω το νου μου ανήσυχο
Θα προσπαθώ

Με τη γεύση του βύσσινου
και το χρώμα του στα μάγουλά μου
θα καρτερώ
όχι
όχι
χωρίς υπολογισμούς
θα πορεύομαι
χωρίς όνειρα χάρτινα

Μόνο
τη γεύση
του βύσσινου
και το χρώμα του
στα μάγουλά μου


©Silena, 14/9/2013

Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Παρασυρμός















Μέρες θερμές
στις αρχές του φθινοπώρου
ζυγώνουν μαζί
με του αλόγιστου πελαγίσιου βλέμματος τη σπίθα
πάνω σ’ ασάλευτο ουρανό.

Το κέφι μου χάνω
τη δύναμη κάνω προσμονή
στο σμίξιμο επάνω
παρασυρμό που κατορθώνει να πλάσει αλμύρα
πάνω σε ηλιοκαμένο δέρμα.

Βράζει η ψυχή
φλογίζεται πιότερο κι απ' τον ήλιο λιώνει
κερί αναμμένο
κι αγκαλιά υγρή, τον έρωτα γεννάει.


Σ’ αλλόφρονα χορό ξεσπάει και λησμονάει.

©Silena, 6/9/2013

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Κική Δημουλά

ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ

Ἄρχισε ψύχρα.
Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.

Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή.
Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν.
Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωῆς.
Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,
πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες
ᾖρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.

Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρα
κι ὅλα νὰ φεύγουν.

Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.

Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια
ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη
μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.
Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση
κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.
Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.
Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,
ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,
ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.

Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;
Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.
Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».
Ἄρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.

Πηγή: εδώ